Κατάλογος
Δημιουργοί
Κυκλοφορίες
Διάφορα

Επικοινωνία

Μαμούθ κόμιξ

 

ΕΝΑ ΤΕΥΧΟΣ ΜΕ ΤΑ ΟΛΑ ΤΟΥ!

Editorial

Λίγο διαφορετικό αυτό το τεύχος -το 3ο- του περιοδικού μας. Η συνέντευξη του Enki Bilal, με αφορμή την έκδοση του τελευταίου του άλμπουμ του (22 Σεπτεμβρίου 1998 στην Γαλλία - η ελληνική έκδοση ακολουθεί τις αμέσως επόμενες μέρες) μας υποχρέωσε αυτή τη φορά να περιορίσουμε το πλήθος των θεμάτων. Πυκνός λόγος, εμφανή και αφανή ιδανικά, αλήθειες. Και πριν από όλα μνήμες. Μνήμες του ατόμου, της ομάδας, της κοινότητας, του έθνους. Για άλλους άμεσες. Για άλλους έμμεσες. Για τον Bilal προσωπικές, για μας εξ’ ανακλάσεως, μέσα από τον συχνά παραμορφωτικό φακό των κάθε μορφής μέσων. Μνήμες γεγονότων τραγικών, πρόσφατων, που δεν αφορούν μόνο τους ευτυχείς ή δυστυχείς, φασίστες ή σοσιαλιστές, εθνικιστές ή διεθνιστές, Σέρβους ή Κροάτες, χριστιανούς ή μουσουλμάνους. Ο καθένας μας, θα συλλάβει - ή μπορεί να συλλάβει - το σημείο εκκίνησης και την τωρινή θέση του Bilal. Και θα εξαγάγει - ή θα μπορέσει να εξαγάγει - τα δικά του συμπεράσματα. Συμπεράσματα στηριγμένα στις δικές τους εμπειρίες, στην δική του, προσωπική θέση, στον δικό του προσωπικό χαρακτήρα. Δίχως βιασύνη και σε απόσταση από την γυαλιστερή και εκμαυλιστική επίδραση του φακού και των εντύπων. Ας προσέξουμε λίγο παραπάνω τα λόγια του σπουδαίου αυτού δημιουργού. Ας διαβάσουμε πίσω και πέρα από τις γραμμές του κειμένου έχοντας πάντα υπόψη μας ότι πολλές φορές τα πράγματα δεν είναι υποχρεωτικά όπως παρουσιάζονται. Δεν είναι αναγκαία ούτε η πλήρης συμφωνία, ούτε η πλήρης διαφωνία. Ας αδράξουμε όμως την ευκαιρία για τον έλεγχο της θέσης-αντίθεσης μας, ατομικής ή (και) συλλογικής.
Ακόμη σ’ αυτό το τεύχος θα έχετε την ευκαιρία να διαβάσετε μια άκρως ενδιαφέρουσα - παλαιότερη - συνέντευξη του Hugo Pratt, όπου ο δημιουργός, με αφορμή το ‘Τανγκό’ αναφέρεται και στις σκέψεις του για τη μουσική, την πολιτική, το αστυνομικό μυθιστόρημα… Επιπλέον μια εισαγωγή - γνωριμία με την καινούργια μας γουέστερν - περιπέτεια με τον θρυλικό Αλέξις Μακ Κόυ και μια αναφορά στην σκανδιναβική μυθολογία με αφορμή το ήδη κυκλοφορούν άλμπουμ του Θόργκαλ. Και δεν λείπουν φυσικά οι γνωστές σας σελίδες με κόμικς, επικοινωνία, νέες κυκλοφορίες. Ένα τεύχος με τα όλα του δηλαδή.
Α.Κ.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ 3ου ΤΕΥΧΟΥΣ

Σελ.2 Editorial
Σελ.2 Περιεχόμενα
Σελ.3 Γεύσεις-ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ
Σελ.4 Επικοινωνία-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΕΝ' ΟΨΕΙ!
Σελ.5 ΑΣΤΡΙΚΗ ΥΠΕΡΟΧΗ ΣΕ ΓΗΙΝΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
Σελ.6 -7 "ΚΑΙ ΟΛΑ ΜΕΣΑ Σ' ΕΝΑ ΗΜΙΦΩΣ"
Σελ.8-9-10-11 Το νέο προσωπικό βιβλίο του ΕΝΚΙ BILAL "Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΤΕΡΑΤΟΣ"
Σελ.12 ΕΝΚΙ BILAL
Σελ.13 Νέες Κυκλοφορίες
Σελ.14 Τα Νέα μας
Σελ.15 Κυκλοφορίες


"ΑΣΤΡΙΚΗ ΥΠΕΡΟΧΗ ΣΕ ΓΗΙΝΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ"

Απ' τη μια μεριά η τύχη. Τα ήθη, τα έθιμα, οι θρύλοι, οι δοξασίες και οι αξίες των ανθρώπων απ' την άλλη. Πόσο θα επηρεαστεί απ' αυτά η συμπεριφορά του Θοργκάλ, του παιδιού των άστρων ;

Γνωρίζουμε, φυσικά, ότι οι Βίκινγκς ήταν ένα σκληρός και πολεμοχαρής λαός. Και μας είναι γνωστό ότι το περιβάλλον είναι αναμφισβήτητα ο κύριος παράγοντας που διαμορφώνει τις ιδιοσυγκρασίες και τις συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν έναν λαό. Και βεβαίως όλοι ξέρουμε, ότι λέγοντας περιβάλλον εννοούμε αφενός μεν, το σύνολο των συνθηκών όπως αυτές διαμορφώνονται από τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους και τη συχνότητα των φυσικών φαινομένων και αφετέρου δε, από το σύνολο των συμβάσεων που διαμορφώνει η ανθρώπινη κοινωνία. Η τύχη λοιπόν απ' τη μια μεριά, τα ήθη, τα έθιμα, οι θρύλοι, οι δοξασίες και οι αξίες των ανθρώπων απ' την άλλη, επηρεάζουν αποφασιστικά έναν άνθρωπο που γεννιέται, μεγαλώνει και δραστηριοποιείται στη ζωή. To γεγονός όμως ότι οι Βίκινγκς ήταν ένας σκληρός λαός, δεν θα εμπόδιζε μερικούς σκληροτράχηλους Βίκινγκς πολεμιστές να υιοθετήσουν ένα παιδί που βρέθηκε ανάμεσα στους πάγους. Για τον απλούστατο λόγο ότι η φιλοξενία όπως επίσης και το θάρρος, η εγκράτεια, η ανεξαρτησία, η ειλικρίνεια, ο σεβασμός στους ηλικιωμένους, η αγαθοεργία κ.α., πήγαζαν από ένα βασικό σημείο της αρχαίας Σκανδιναβικής θρησκείας, τον κώδικα του Οντίν, του πατέρα των θεών και των ανθρώπων. Το παιδί των άστρων, λοιπόν, ο Θοργκάλ θα έρθει από έναν άλλο κόσμο, όπως βεβαιώνει άλλωστε και το γεγονός ότι βρέθηκε μέσα σε μια διαστημική άτρακτο. Οσο για το γήινο όνομά του, αυτό το οφείλει στους θεούς του κεραυνού και της θάλασσας, τον Θορ και τον Εγκίρ.
Οι θεοί της αρχαίας Σκανδιναβικής μυθολογίας είχαν αρκετά κοινά με τους αρχαίους Ελληνικούς θεούς που ερωτεύονταν, μισούσαν και θύμωναν. Γεννημένοι στη φαντασία των ανθρώπων ήταν πλασμένοι κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση του ανθρώπου. Ωστόσο με την έλευση του Χριστιανισμού και σε αντίθεση με την τύχη των αρχαίων Ελληνικών θεών, που "επιβίωσαν" στο εξώτερο διάστημα, πολλοί θεοί της Σκανδιναβικής μυθολογίας "επέζησαν" μέσα σε καθημερινές αγγλικές λέξεις. Οπως για παράδειγμα ο Θορ ο προστάτης των χωρικών και των κατωτέρων τάξεων, επιζεί την 5η μέρα της εβδομάδας, στην λέξη Thursday (Thor + day), καθώς επίσης και η Εστρε, η σαξονική θεά της Ανοιξης, και της αναγέννησης της φύσης που επιζεί το Πάσχα (Easter).
Σύμφωνα με την Σκανδιναβική μυθολογία, η γη, ο ουρανός και η θάλασσα δημιουργήθηκαν από το νεκρό σώμα του Ιμαρ, του γίγαντα του ψύχους. Από το ίδιο σώμα οι θεοί έπλασαν τους νάνους και τα τρολς. Τέσσερις νάνοι συγκρατούσαν τον ουράνιο θόλο του κόσμου (όποιος από εσάς, αναφέρει κάποιο από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα να ξέρει ότι προσφωνεί άθελά του έναν από τους τέσσερις μυθικούς αρχαίους ουράνιους στυλοβάτες). Επιπλέον οι νάνοι, ως απαράμιλλοι τεχνίτες που ήταν, κατασκεύασαν το καυτό σφυρί του Θορ, το δόρυ Γκουνγκνίρ και το δακτυλίδι Ντράουπνιρ, το σύμβολο της γονιμότητας. Τα δύο τελευταία αντικείμενα ανήκαν στον Οντίν, το πνεύμα του σύμπαντος, τον θεό της γνώσης και της σοφίας, προστάτη των ηρώων. Που αν και σοφός, η γυναίκα του η Φριγκ συχνά μπορούσε να τον ξεγελάσει (με παγαποντιές και νάζια). Αυτό όμως δεν εμπόδιζε τους αρχαίους Σκανδιναβούς να αφιερώνουν, κατά την διάρκεια των εορτών, την πρώτη πρόποση στο όνομά του, ακούγοντας τους "σκάλδους" οι οποίοι τραγουδούσαν προς τιμήν του θεού και γι' αυτό αμοίβονταν με τα, στριφτά στις άκρες τους, περιβραχιόνια, τα περίφημα "φίδια του Οντίν".
Στην Σκανδιναβική μυθολογία ανήκει ακόμα και ο Τιρ, ο θεός του πολέμου και της πολεμικής τιμής, μια από τις 12 κύριες θεότητες της Ασγκαρντ (της πατρίδας των θεών όπου διέμεναν οι 12 θεοί και οι 24 θεές), και που το ανίκητο σπαθί του κατέληξε στο τέλος να ανήκει στον αρχάγγελο Μιχαήλ, αφού του αφαιρέθηκε προηγουμένως η κατάρα που το συνόδευε. Σεβαστή και αξιαγάπητη θεότητα ήταν επίσης η Φρέια, η πανέμορφη θεά του έρωτα που αγαπήθηκε, αγάπησε και παντρεύτηκε κάθε θεό με τη σειρά. Υποδέχονταν τις αγνές παρθένες και τις πιστές συζύγους που ανταμοίβονταν για την εγκράτειά τους, απολαμβάνοντας αιωνίως τη συντροφιά των αγαπημένων τους.
Η Χόλγκα και ο Τανχόιζερ, μετέπειτα ήρωες του γνωστού έπους του συνθέτη Βάγκνερ, αποτελούσαν και αυτοί επίσης μέρος της Σκανδιναβικής παγανιστικής μυθολογίας. Αλλο σημείο της Σκανδιναβικής μυθολογίας ήταν ο Νίντχουγκ (με την ουρά του οποίου έρχεται αντιμέτωπος ο μικρός Θοργκάλ και γι' αυτό κερδίζει την εύνοια της Φριγκ) που ήταν ο αποκρουστικός δράκος που είχε σαν σκοπό της αθάνατης ζωής του να ροκανίζει τις ρίζες της ιερής φλαμουριάς Ιγκντρασίλ, του δένδρου του σύμπαντος και της ζωής, που ο Οντίν είχε δημιουργήσει. Σε αντίθεση με την θέση που κατείχε ο Νίντχουγκ στις καρδιές των ανθρώπων εκείνων των εποχών, η γάτα, το χελιδόνι και ο κούκος θεωρούνταν ζώα ιερά.
Το παιδί των άστρων, ο Θοργκάλ, μεγάλωσε μ' αυτούς τους θεούς, μ' αυτά τα ήθη, τα έθιμα, τους θρύλους, τις δοξασίες και τις αξίες της αρχαίας Σκανδιναβικής θρησκείας, της οποίας ένα μικρό κομμάτι μόλις "γευθήκαμε". Και είναι αυτό το πλαίσιο, μέσα στο οποίο πολλές φορές θα 'ρθει αντιμέτωπος είτε μ' αυτούς τους θεούς είτε μ' άλλους "τοπικούς" αιμοδιψείς πολεμιστές του απέραντου και παγωμένου Βορρά. Παρ' όλα αυτά, η συμπεριφορά του σε καμία περίπτωση δεν θα υπερβεί τα όρια της σκληρότητας ενός πράου ανθρώπου. Κάθε άλλο μάλιστα, αυτή θα διέπεται από θάρρος και δικαιοσύνη, αρετές που θα τον βοηθήσουν να βγει αλώβητος από τις δοκιμασίες της ζωής, δοκιμασίες όπου η ηρωική συμπεριφορά του Θοργκάλ θα μεταβάλλει σε έπη, στα οποία θα δεσπόζει ο αγώνας για τον υπέρτατο έρωτα και το πάθος για την απόλυτη ελευθερία. Συντροφιά με την αγαπημένη του Ααρίσια η οποία γεννήθηκε κρατώντας ένα μαργαριτάρι, σημάδι ότι ήταν το δώρο της θεάς Φρίγκ, προστάτιδα του γάμου και της οικοδέσποινας, στο μεγαλείο της ψυχής του παιδιού των άστρων.

MiΜπ



"ΚΙ' ΟΛΑ ΜΕΣΑ Σ' ΕΝΑ ΗΜΙΦΩΣ"


Ο Hugo επισημαίνει ότι το πιο σημαντικό στο "Τango", δεν είναι το τανγκό, οι Αμερικάνοι γκάγκστερς ή η Βαρσάβια, είναι το πρόβλημα των λατιφουντιστών, των μεγάλο- γαιοκτημόνων.

D.F.: Η ιστορία "Y todo a media luz" δημοσιεύτηκε πρώτα στα 1985, στο ιταλικό περιοδικό Corto Maltese και στη συνέχεια, έγινε "Tango".
H.P.: Οι Γάλλοι δεν θα καταλάβαιναν τον τίτλο.
Και όλα μέσα σ' ένα ημίφως". Μα αυτό είναι το ρεφρέν ενός παλιού τανγκό, που συνέθεσαν οι Donato και Lenzi, τους οποίους αναφέρετε στη δεύτερη σελίδα, και που τραγούδησε, μεταξύ άλλων και ο Carlos Gardel.
Ναι, για να σχεδιάσω το "Tango", άκουγα παλιά τανγκό, ή Astor Piazzolla. Το "A media luz" είναι ένα τανγκό της δεκαετίας του '20 που παιζόταν συχνά στο Μπουένος Αϊρες, στα σπίτια των ραντεβού.
Μήπως οι λέξεις "y todo a media luz" αναφέρονται στο γεγονός ότι η ιστορία εξελίσσεται κυρίως νύχτα, ή στο μισοσκόταδο ;
Ξεκίνησα από την ιδέα του τανγκό κι έκανα πολλές νυχτερινές σκηνές γιατί η νύχτα είναι ευχάριστη στην Αργεντινή. Υπάρχει ένας εκπληκτικός ουρανός.
Με δυο φεγγάρια !
Ναι, πράγματι ! Οφείλεται στο φαινόμενο της αντανάκλασης.
Aυτό το επεισόδιο αποδίδει την ατμόσφαιρα του Μπουένος Αϊρες.
Αποτελεί φόρο τιμής στο Μπουένος Αϊρες και στην Αργεντινή, όπου έζησα πολύ καιρό. Στην Αργεντινή, έκανα αληθινούς φίλους κι αυτή η χώρα έπαιξε σημαντικό ρόλο στην μόρφωσή μου.
Οπως σε όλα τα διηγήματά σας, έτσι και σ΄ αυτό, υπάρχει ένα ιστορικό φόντο : το φαινόμενο του τανγκό, οι Αμερικάνοι, γκάγκστερς, το δίκτυο της Βαρσάβια.
Μίλησα ήδη πολλές φορές για την σημασία του τανγκό. Το τανγκό ήταν για μένα η μουσική του Μπουένος Αϊρες και ο τίτλος αποτελεί φόρο τιμής σ΄ αυτό. Η νεανική μου ηλικία σημαδεύτηκε από δύο είδη μουσικής, πρώτα τη τζαζ και μετά το τανγκό. Στο Μπουένος Αϊρες ήταν που συνάντησα, στα 1955, τον Dizzy Gillespie, με τον οποίο γίναμε φίλοι.
Στο γαλλικό περιοδικό Corto γράψατε ένα άρθρο για το τανγκό, το οποίο υπάρχει και στο άλμπουμ, κι ένα άλλο για τους Αμερικάνους γκάγκστερς Butch Cassidy, Sundance Kid και Etta Place, οι οποίοι είχαν καταφύγει στην Αργεντινή.
Ναι, και από το 1951 ως το 1985, επισκέφτηκα πολλές φορές την λίμνη Πουέλο, κοντά στα χιλιανά σύνορα, όπου υποτίθεται ότι πέθανε ο Sundance Kid. Εκανα έρευνες για τον θάνατό του, κυρίως αφού διάβασα το βιβλίο του Bruce Chatwin, Στην Παταγονία.
To "Tango" είναι μια περίεργη ιστορία που εξελίσσεται στα 1923, γίνεται όμως συχνά λόγος για τα χρόνια 1905-1906.
Ναι, μαθαίνουμε ότι μετά τον ρωσο-ιαπωνικό πόλεμο, ο Κόρτο και ο Ρασπούτιν δεν πήγαν, όπως πιστεύαμε, στην Αφρική αναζητώντας τους θησαυρούς του Σολομώντος, αλλά στην Αργεντινή και ότι με τον Cholila στην Παταγονία, γνώρισαν τον Butch Cassidy, τον Sundance Kind και τον Etta Place. Ομως μετά, πήγαν στην Αφρική.
Είναι εκπληκτικός ο τρόπος με τον οποίο διηγήστε στο "Tango" μια καινούργια ιστορία συνεχίζοντας ταυτόχρονα την Νεότητα του Κόρτο. Οσον αφορά στην Βαρσάβια, ήταν ένα δίκτυο που οργάνωνε την πορνεία νέων γυναικών που έρχονταν από την Κεντρική Ευρώπη. Ιδρύθηκε το 1906 από έναν αναρχικό Πολωνό-Εβραίο, τον Noe Truman.
Ναι....... Ομως, το να χαρακτηρίζεις κάποιον έτσι ως αναρχικό, νομίζω ότι σηκώνει συζήτηση.
Ενας καπιταλιστής αναρχικός, ίσως ...
Ισως να ήταν αναρχικός όταν ήταν νέος, όμως μετά ...
To "Tango" βρίσκεται στο σταυροδρόμι πολλών επεισοδίων, αφού συνδέεται με το Παραμύθι της Βενετίας, όπου μαθαίνουμε στο τέλος ότι η Λουίζ Μπρούκσοβιτς θα έφευγε για την Αργεντινή για να δουλέψει για την Βαρσάβια. Οκτώ χρόνια αργότερα, στο Τango, δείχνετε το τέλος της ιστορίας της : βλέπουμε ότι μπορείτε να αναπτύσσετε μια ιδέα για πολλά χρόνια.
Μην ξεχνάτε ότι όλοι οι ήρωές μου με συνοδεύουν συνέχεια, είναι σαν τα πιόνια μιας μεγάλης σκακιέρας, τους αλλάζω θέση.
Ενα από τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας είναι η Λουίζ Μπρούκσοβιτς, παρ' όλο που απουσιάζει.
Δεν ήταν απαραίτητο να την εμφανίσω. Βλέπουμε τον τάφο της. Και δεν βλέπουμε ούτε την κόρη της, που είναι η μητέρα της Βαλεντίνα.
Της Βαλεντίνα ;
Της Βαλεντίνα του Κρέπαξ.
Της Βαλεντίνα του Κρέπαξ ;! Του μιλήσατε γι΄ αυτό ;
Ναι. Ο Κρέπαξ παρουσίασε ήδη τον Κόρτο Μαλτέζε στις ιστορίες του, σκέφτηκα λοιπόν ότι η μητέρα της Βαλεντίνα ήταν αυτό το μικρό κορίτσι.
Είναι μυθικό.... Η σκακιέρα για την οποία μιλήσατε παίρνει τις διαστάσεις όλου του έργου !
Το πιο σημαντικό όμως στο "Ταngo", δεν είναι το τανγκό, οι Αμερικάνοι γκάγκστερς ή η Βαρσάβια, είναι το πρόβλημα των λατιφουντιστών, των μεγάλο- γαιοκτημόνων.
Δηλαδή πιστεύουμε για αρκετό καιρό ότι η Λουίζ Μπρουκσοβιτς υπήρξε θύμα της Βαρσάβια, ενώ στην πραγματικότητα έπεσε θύμα των μεγαλο-γαιοκτημόνων.
Ακριβώς. Τα λατιφούντια είναι η βιτρίνα, πίσω από την οποία κρύβονται οι αγγλικές και αμερικάνικες τράπεζες. Η Παταγωνία ήταν πάντα στα χέρια των Βρετανών και των Βορειο-Αμερικάνων. Δίπλα σ΄ αυτούς τους καπιταλιστές, βρίσκονται οι Ιταλοί, Ισπανοί , Ινδιάνοι, Χιλιανοί αναρχικοί, και στρατιωτικοί που επιτηρούσαν τα σύνορα για να εμποδίζουν την είσοδο των Χιλιανών εργατών. Οι αγγλοσάξονες καπιταλιστές φοβήθηκαν μην χάσουν τα λατιφούντια τους και έφεραν αμερικάνους κακοποιούς για να τους βοηθήσουν. Απ΄ όπου και η συνεργασία, που βλέπουμε στο "Tango", μεταξύ καπιταλιστών και γκάγκστερς... Ηταν λογικό ότι στα 1982 οι Αγγλοι δεν ήθελαν να χάσουν τα Μalouines , καθώς, εκτός από τη στρατηγική τους θέση, βρίσκεται εκεί όλη η διοίκηση για την εκτροφή των προβάτων στην Παταγονία για την βιομηχανία μαλλιού. Σ΄ αυτή την ιστορία, ανακαλύπτουμε σιγά-σιγά την αλήθεια, μοιάζει με αστυνομικό μυθιστόρημα.
Επηρεαστήκατε ποτέ από το μαύρο αμερικανικό μυθιστόρημα ;
Εχω διαβάσει Hammett και Chandler, όμως δεν πιστεύω ότι με επηρέασαν σ΄ αυτή την ιστορία. Ούτε γίνεται αναφορά στον Borges. Γράψατε στον Συλλέκτη των Κόμικς ότι ο σταθμός Borges ήταν φόρος τιμής στον Borges, όμως όχι. Αυτός ο σταθμός υπάρχει στην πραγματικότητα.
Αυτά τα δύο θα μπορούσαν να συνδυαστούν.
Εχω ήδη μιλήσει αλλού για τον Borges. Στο τέλος της ζωής του, είπε πράγματα που δεν έπρεπε ποτέ να ξεστομίσει και δεν νομίζω ότι του αποτίω φόρο τιμής.
Δύο φορές σ΄ αυτή την ιστορία, βλέπουμε τον Κόρτο Μαλτέζε να διαβάζει ένα έργο του αργεντινού συγγραφέα και πολιτικού Leopoldo Lugones.
Ναι, αυτό αποτελεί φόρο τιμής στον Lugones. O Borges έλεγε πάντα ότι ο Lugones ήταν ο δάσκαλός του. Κι αυτός επίσης είπε πράγματα που δεν έπρεπε, και μετά αυτοκτόνησε.
Ενώ ο Borges, δεν αυτοκτόνησε.
Θα ήταν τρομερό αν αυτοκτονούσαμε επειδή είπαμε κάτι που δεν έπρεπε να πούμε.
Δεν θα έμεναν και πολλοί πάνω στη γη.
O Borges ήταν αδιαμφισβήτητα ένας μεγάλος συγγραφέας, πολύ έξυπνος, εκλεπτυσμένος, καλλιεργημένος, ο οποίος έγραφε μέσα στα πλαίσια μιας αριστοκρατικής, ελιτίστικης προοπτικής. Βρισκόταν σε ανταγωνισμό με τον Arlt. Θα μπορούσα πολύ εύκολα να φτιάξω Borges. Θα χρησιμοποιούσα πλήθος εσωτερικών αναφορών, θα ανακάτευα αληθινά με φανταστικά πρόσωπα, και όλος ο κόσμος θα ξεκινούσε για την αναζήτηση αυτών των ανύπαρκτων ανθρώπων.
Αυτό συμβαίνει και με το Κόρτο Μαλτέζε...
Νομίζω ότι αν υπάρχει κάποια λογοτεχνική επιρροή στο Tango, προέρχεται κυρίως από τον Roberto Arlt, οι πηγές όμως είναι κυρίως ιστορικές.
Σ΄αυτό το επεισόδιο, ο Κόρτο Μαλτέζε είναι ντεντέκτιβ, ερευνά μια εξαφάνιση.
Ψάχνει στοιχεία, ρωτάει τους ανθρώπους για να πάρει πληροφορίες. Θέλησα να κάνω μια ιστορία διαφορετική από τις άλλες. Ξεκίνησα να μιλάω για την Βαρσάβια, όμως στην πορεία, μου φάνηκε ότι υπήρχαν πιο σημαντικά πράγματα να πω, για τα λατιφούντια. Για τους Αργεντινούς, τα λατιφούντια είναι πιο σημαντικά από την Βαρσάβια. Υπάρχουν ακόμα και σήμερα και θα υπάρχουν γι΄ αρκετό καιρό ακόμα. Ανακάλυψα την Βαρσάβια όταν έψαχνα τον Butch Cassidy και τον Sundance Kid. Γι΄αυτή την υπόθεση των αμερικάνων γκάγκστερς, έκανα έρευνες επί τόπου με τον φωτογράφο Carlos Saldi και τον σχεδιαστή Lele Vianello. Πήγαμε να δούμε τους αστυνομικούς, ο Carlos Saldi έφτασε μέχρι την Βολιβία σε αναζήτηση κάποιου ίχνους.
Τελικά, το"Tango"είναι μια πολύ αντικαπιταλιστική ιστορία.
Θα μπορούσαμε να το πούμε κι έτσι. Δεν είμαι απαραίτητα ενάντια στο κεφάλαιο, όταν όμως οι καπιταλιστές φτάνουν σε σημείο να σκοτώνουν ανθρώπους....
Η εγγονή του Habban βρίσκεται σε μια παράδοξη κατάσταση. Σώζει την κόρη τής Λουίζ Μπρούκσοβιτς αγνοώντας ότι η Λουίζ σκοτώθηκε από ανθρώπους που σχετίζονταν με τον παππού της.
Κάτι πρέπει να φοβάται, αλλά δεν θέλει να ξέρει πολλά. Θέλει να διατηρήσει την προνομιούχα σχέση που έχει με τον παππού της. Ανάμεσά τους υποβόσκει κάτι το σεξουαλικό και διεφθαρμένο.
O Ηabban συμβολίζει την άνοδο μιας νέας επικρατούσας τάξης, που ασχολείται μόνο με τα δικά της συμφέροντα, ενώ στις προηγούμενες ιστορίες, με τον Ungern-Sternberg ή τον Enver Pacha, γινόμαστε μάρτυρες της δύσης των ρομαντικών ηρώων ;
Ο Ηabban ανήκει φυσικά σε μια νέα γενιά, όμως ρομαντικοί υπήρχαν όλες τις εποχές. Σκεφτείτε τον Che Guevara, που πέθανε στα 1967, την εποχή που έκανε το ντεμπούτο του ο Κόρτο Μαλτέζε, ένας άλλος ρομαντικός ! Είναι αλήθεια ότι με την δεκαετία του '30 που πλησιάζει, καινούργια φαινόμενα έρχονται στο φως, στο "Tango" όμως, υπάρχουν ρομαντικά στοιχεία, όπως η παρουσία των αμερικάνων κακοποιών ή η συνάντηση με την Εσμεράλδα.
Είχε πολύ καιρό να εμφανιστεί.
Ηταν απαραίτητη αυτή τη στιγμή. Επρεπε κάποιος να φροντίσει την κόρη της Λουίζ.
Η Εσμεράλδα την πηγαίνει στη Βενετία, όπου ίσως βρει ένα άλλο κοριτσάκι που έσωσε ο Κόρτο Μαλτέζε, την μικρή Αρμενοπούλα από Το Χρυσό Σπίτι της Σαμαρκάνδης.
Ισως...
Υπάρχει μια ασάφεια σχετικά με τον πατέρα της κόρης της Λουίζ ; Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι είναι ο ίδιος ο Κόρτο Μαλτέζε ;
Οχι.
Σ΄αυτό το επεισόδιο, αναφέρεται μια κοπέλα που ο Κόρτο Μαλτέζε είχε αγαπήσει κάποτε. Στο Χρυσό Σπίτι της Σαμαρκάνδης, ο Ρασπούτιν μιλούσε γι΄ αυτήν.
Ναι, αλλά δεν είναι η ίδια. Εδώ, ο Κόρτο φαίνεται να σκέφτεται μια Κινεζούλα, ενώ ο Ρασπούτιν μιλούσε για την Πανδώρα.
Σ΄ αυτή την ιστορία, ο ντεντέκτιβ Κόρτο Μαλτέζε, γίνεται ο εκδικητής Κόρτο Μαλτέζε μόλις μαθαίνει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πέθανε η Λουίζ Μπρούκσοβιτς.
Οταν σκοτώνουν τους φίλους του, ο Κόρτο Μαλτέζε θέλει να εκδικηθεί. Είναι απόλυτα κατανοητό να μην αφήνει αυτά τα πράγματα να περνούν έτσι.
Ηθελε να εκδικηθεί τον θάνατο της Λουίζ. Το έκανε, τελικά ;
O Εστεβέζ, ο αρχηγός της αστυνομίας, είναι νεκρός.
Ομως, άνθρωποι σαν τον Habban μένουν στη θέση τους.
Θα κάνει παρ΄ όλα αυτά ένα ταξίδι στην Καραϊβική. Κι έπειτα, ο Habban είναι ένα πρόσωπο που τα καταφέρνει καλά, έχει μια παρουσία και θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να τον ξανασυναντήσουμε αργότερα. Υπάρχουν πρόσωπα που δεν σκοτώνω γιατί θέλω να έχω τη δυνατότητα να τα ξαναχρησιμοποιήσω !

Συζήτηση του Hugo Pratt με τον Dominique Petitfaux
από το βιβλίο "De L' Autre Cote De Corto" - Casterman 1990


"Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΤΕΡΑΤΟΣ"

Συνέντευξη

Το νέο προσωπικό βιβλίο του ΕΝΚΙ BILAL "Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΤΕΡΑΤΟΣ"
Ο πόλεμος στη Βοσνία, κυρίως η βία, η μνήμη, ο ολοκληρωτισμός, ο έρωτας και η φιλία, κλωνοποίηση, η ταυτότητα : "Ο Υπνος του Τέρατος" είναι ένα άλμπουμ πληθωρικό, πνιγηρό, μέσα από το οποίο ο Enki Bilal θίγει με χλευαστικό πνεύμα τα αγαπημένα του θέματα.

Ο Enki Bilal μιλά για όλα (ακόμα και για το σινεμά, τα κόμικς, το ποδόσφαιρο, και τα πολυτελή ξενοδοχεία) και απαντά με τέτοιον τρόπο, έτσι ώστε αυτές οι απαντήσεις να ανταποκρίνονται πλήρως στην εικόνα του. Συνετές και ειλικρινείς, παρά την διαύγειά τους που δεν αφήνει χώρο για αυταπάτες, αποπνέουν μεγάλη θαλπωρή.
H.: Εξι χρόνια ανάμεσα στο "Ισημερινό Ψύχος" και τον "Υπνο του Τέρατος". Αλλο τόσο ανάμεσα σε κάθε τόμο της τριλογίας Nikopol. Από το 1982 και μετά το ίδιο μεγάλο χρονικό διάστημα μεσολαβεί ανάμεσα στα άλμπουμ σας. Είναι τυχαίο;
E.B.: Είναι απολύτως τυχαίο. Οι αιτίες είναι πολλές: οι άλλες μου δραστηριότητες, ο χρόνος που κυλάει πολύ γρήγορα... Καθώς επίσης, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό, μια κάποια επιθυμία για ελευθερία η οποία γεννήθηκε πριν από καμιά δεκαριά χρόνια : ελευθερία να πραγματοποιήσω τις επιθυμίες μου. Από κει προκύπτουν και αυτά τα μεγάλα χρονικά διαστήματα, αυτά τα διαλείμματα, οι εκλείψεις. Είναι επίσης θέμα σεβασμού προς τους αναγνώστες μου : θα μπορούσα ίσως να είχα επιταχύνει, να είχα κάνει περισσότερα βιβλία, περισσότερα άλμπουμ, η δουλειά μου όμως θα είχε φθαρεί ανεπανόρθωτα.
Γνωρίζω ότι αυτή η ελευθερία είναι πολυτέλεια. Εχω όμως αυτή τη δυνατότητα μόνο μέσα στο πλαίσιο των κόμικς που εξακολουθούν να καλλιεργούν την δημιουργική πλευρά μου και που τόσο πολύ αγαπώ. Ακριβώς το αντίθετο απ΄ αυτό που ανακάλυψα στο σινεμά, όπου έζησα εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις, εξαιρετικά βίαιες μα και σαγηνευτικές , υπερβολές που με δίδαξαν πολλά. Με τις οποίες μεγάλωσα και οι οποίες έδωσαν τελικά μια διαφορετική μορφή, πιο στέρεη, στην συγγραφική μου προσπάθεια. Μου αρέσει η ιδέα ότι αυτή η "ταλαιπωρία" μ' έκανε από την μια να συνειδητοποιήσω την ελευθερία που απολαμβάνω στον χώρο των κόμικς και από την άλλη με δίδαξε , μέσω των μαθημάτων που πήρα, να εργάζομαι διαφορετικά.
Ετσι εξηγείται λοιπόν το γεγονός ότι εδώ και μερικά χρόνια, κάθε καινούργιο άλμπουμ, ακόμα κι αν αποτελεί μέρος της ίδιας τριλογίας, εξερευνεί καινούργια εδάφη ; Που βρίσκεται η συνέχεια μέσα σε όλες αυτές τις ρήξεις -μορφολογικές, αφηγηματικές, γραφικές ;
Κι όμως υπάρχει στ' αλήθεια. Ομως, ακόμα κι εκεί, ο χρόνος περνά. Μέσα σε έξι χρόνια, άλλαξα πάρα πολύ. Το ίδιο και ο κόσμος. Τα τελευταία χρόνια, η επιτάχυνση ήταν αστραπιαία. Ολα όσα κάνω είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την πραγματικότητα, με τον σημερινό κόσμο. Αναμφίβολα, από αυτό προέρχεται το αίσθημα της ρήξης. Ο εγκέφαλος καταβροχθίζει έναν ορισμένο αριθμό πληροφοριών, τις ξαναχρησιμοποιεί, τις εξεμεί, έχοντας υπόψη του, λίγο πολύ συνειδητά, αυτές τις αλλαγές, τις εξελίξεις.
Ο Υπνος του Τέρατος ξεκινά με μια ερώτηση που κάνει μια δημοσιογράφος στον Νάικ, ένα από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας : "Είστε Σέρβος, Κροάτης ή Μουσουλμάνος;". Και ο Νάικ δεν απαντά...
Δεν μπορεί να απαντήσει, δεν θα μπορεί ποτέ... Ούτε καν εγώ μπορώ. Αυτή η ερώτηση έχει νόημα μόνο για μερικούς δημοσιογράφους. Ή για τους ίδιους τους εθνικιστές που είδα να πολλαπλασιάζονται στο Ζάγκρεμπ, ανάμεσα στους Κροάτες, στη Σερβία, στο Βελιγράδι βεβαίως, και τώρα στους φονταμελιστές μουσουλμάνους. Πως να απαντήσει αφού δεν έχει ούτε πραγματική ταυτότητα; Φέρει το όνομα Νάικ επειδή τον βρήκαν πάνω στο πτώμα ενός νεκρού πολεμιστή -μάλλον του πατέρα του- ο οποίος φορούσε ένα ζευγάρι παπούτσια "Nike". Οσο για το επίθετό του, δεν είναι άλλο απ΄ αυτό του δημοσιογράφου που τον βρήκε, Hatzfeld. Αυτή η έλλειψη ταυτότητας είναι ουσιώδης στο άλμπουμ. Στη Γιουγκοσλαβία, όλα τα μίση αποκρυσταλλώνονται γύρω από το όνομα. Το όνομα που επιτρέπει στους ανθρώπους να σε αναγνωρίσουν, να πουν : "Ξέρω από που έρχεστε. Είστε δικός μας, δεν είστε δικός μας". Αυτή η διπλή άρνηση ταυτότητας, αποτελεί και τη δύναμη αυτού του πρωταγωνιστή. Και την δικιά μου επίσης. Είναι μια ριζική απόρριψη αυτής της ερώτησης που θεωρώ παλιομοδίτικη, άκρως προσβλητική :"Από που έρχεστε ; Τι εθνικότητας είστε;".
Γιατί λοιπόν να υπάρχει ;
Γιατί αντανακλά την κοινωνία μας που θέλει υποχρεωτικά να κατατάσσει τα πάντα. Πρέπει να ανήκεις κάπου : σε μια κλίκα, σε ένα έθνος, σε μια θρησκεία, σ΄ ένα επάγγελμα. Εγώ, ο Ενκι Μπιλάλ, είμαι σχεδιαστής κόμικς. Αν αρνηθώ αυτή την αποκλειστική ετικέτα, δεν είναι καλό, δεν είναι φυσικό, η εικόνα θολώνει. Οι εθνικισμοί, ο ρατσισμός προέρχονται απ΄ αυτούς που δεν ανέχονται μια αόριστη, διαφορετική εικόνα. "Σταθείτε εσείς εκεί, μη μου πείτε ότι δεν τρέχει αραβικό αίμα στις φλέβες σας. Το δέρμα σας είναι λίγο ...". Ετσι, δεν έχεις καιρό να σκεφτείς, να εξηγήσεις, να αναλύσεις. Η απάντηση πρέπει να είναι απότομη, γρήγορη, σύντομη. Αυτή η ερώτηση, με τον τρόπο που την κάνω, αποτελεί καρικατούρα ενός συγκεκριμένου είδους δημοσιογράφων καθώς επίσης και μιας σκέψης απίθανης και τερατώδους, χαρακτηριστικής του αιώνα μας.
Πλησιάζουμε στο τέλος της χιλιετίας και η έννοια του "ανήκειν", σ΄ ένα έθνος, μια θρησκεία, αποτελεί παρέκκλιση. Ακόμη και η ιδέα του έθνους είναι μια πλάνη. Ισως, η αναγκαστική αποχώρησή μου, σε ηλικία δέκα ετών, από την Γιουγκοσλαβία και η εγκατάστασή μου στο Παρίσι, με έκαναν να συνειδητοποιήσω απότομα ότι το να είσαι Γιουγκοσλάβος σημαίνει να είσαι Κοσοβάρος, Μακεδόνας, Σλοβένιος, Κροάτης, Σέρβος, μουσουλμάνος της Βοσνίας, Μαυροβούνιος... Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία είναι παράλογος, όπως ακριβώς και ο αιώνας μας. Σαν εργαστήριο που δημιουργήθηκε , πήρε έγκριση και ελέγχεται από τους άλλους. Είναι η πρώτη φορά που αποκαλύπτω την σύγχυση που μου προκαλεί αυτό που κάποτε ήταν η Γιουγκοσλαβία, αυτό που είναι σήμερα, αυτό που θα είναι αύριο. Τα Βαλκάνια είναι ένα υπερφορτωμένο πεδίο, σημείο συνάντησης του σύμπαντος και των εξαιρετικά ισχυρών, εξαιρετικά ανταγωνιστικών δυνάμεων: της Ανατολής, της Δύσης, της Αυστρο-Ουγγαρίας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας... Καταλαβαίνω απόλυτα την ευαισθητοποίηση σε ότι αφορά την καταγωγή : Από πού έρχομαι ; Ποιος είμαι ; Τα ερωτήματα αυτά, από την φύση τους, είναι ευγενή. Οταν όμως παραμορφώνονται, παρερμηνεύονται, παρεισφρύουν σε αγροτικές κοινωνίες με μηδαμινή πνευματική καλλιέργεια και πληροφόρηση, οδηγούν στην βαρβαρότητα, στην βία. Κάποιοι επωφελούνται, κινούν τα νήματα.
Είναι η πρώτη φορά που μέσα σε άλμπουμ σας κάνετε λόγο, πολύ καθαρά, αν όχι για την καταγωγή σας, τουλάχιστον για μια χώρα που ξέρουμε ότι έχετε στην καρδιά σας αφού σ΄ αυτήν γεννηθήκατε, την Γιουγκοσλαβία. Οι τρεις πρωταγωνιστές του "Υπνου του Τέρατος" είναι Γιουγκοσλάβοι, που γεννήθηκαν κατά την διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία...
Μιλήσαμε ήδη με τον Pierre Christin για τις Ανατολικές χώρες στο "Κυνήγι", η συζήτηση όμως έγινε σε πιο γενικό πλαίσιο, περισσότερο ιστορικό, πιο ανεξάρτητο. Ηταν εποχή αλλαγής, η γέννηση της περεστρόικα, η ανάδυση μιας άγνωστης χώρας μετά από δεκαετίες ολόκληρες μιας παγιωμένης κατάστασης. Το σύστημα αποκάλυπτε τον εύθραυστο χαρακτήρα του. Παρασυρθήκαμε στη συζήτηση με την διήγηση μιας ιστορίας αντιπροσωπευτικής του τέλους του κομμουνισμού. Με τον "Υπνο του Τέρατος", αισθάνομαι ότι έχω εμπλακεί προσωπικά. Κατά κάποιο τρόπο, βγαίνω εγώ ο ίδιος από αυτόν τον πόλεμο, που είδε την κατάρρευση της γενέτειράς μου. Κατά την διάρκεια του πολέμου, απέφυγα να πάρω απόλυτες θέσεις, για τον απλό λόγο ότι βρισκόμουν σε παντελή αμηχανία και έβλεπα ότι τα πράγματα ήταν εξαιρετικά πολύπλοκα - ακόμα και αν οι ευθύνες ήταν φαινομενικά ξεκάθαρες. Είμαι παιδί της χώρας αυτής, της ποικιλίας της : ποικίλα έθνη, κουλτούρες, θρησκείες. Οταν ήμουν πιτσιρικάς, στο σχολείο, ήμουν ταυτόχρονα Κροάτης, Σέρβος, Μουσουλμάνος, Μακεδόνας... Τα πάντα εκτός από Κοσοβάρος γιατί αυτό ήταν αδιανόητο την εποχή εκείνη. Δεν το έβλεπαν με καλό μάτι τότε (ακόμη κι εδώ, η ιστορία μας προλαβαίνει): Οι Κοσοβάροι ήταν ότι για τους Γάλλους οι Βόρειο-Αφρικάνοι... Ολα αυτά δεν τα είχα συνειδητοποιήσει ξεκάθαρα, αισθανόμουν όμως ότι υπήρχαν. Ηξερα ότι στους ενήλικες, ακόμα κι αν ήταν άνετοι μεταξύ τους, υπέβοσκε πάντα η ερώτηση "αυτό όμως το όνομα, από που προέρχεται ;". Ακόμα και σήμερα, πολλοί Σέρβοι με ρωτούν για το όνομά μου : Μπιλάλ, Μπιλάλ... Δεν είναι σερβικό όνομα". Είναι σαν να λέγαμε στην Γαλλία : "Ντυπόν, σταθείτε, Ντυπόν, από που είναι αυτό ;" Ενα όνομα από την Βρετάνη, ηχεί σαν όνομα από την Βρετάνη, ένα όνομα από την Αλσατία, ηχεί σαν όνομα από την Αλσατία, όμως εδώ δεν υπάρχουν εμμονές με το έθνος. Στην εφη βεία, άρχισα να διαισθάνομαι ότι το πρόβλημα είχε τις ρίζες του στις νοοτροπίες. Σήμερα, πρέπει να προχωράμε πολύ γρήγορα, να καθορίζουμε χωρίς ασάφειες ποιος είναι ο κακός, ποιος είναι ο καλός, να διακρίνουμε το άσπρο από το μαύρο. Αν όμως υπάρχει μια χώρα που δεν μπορεί να περιοριστεί σ΄ αυτές τις απλουστεύσεις, αυτή είναι η Γιουγκοσλαβία. Εκανα λοιπόν στην άκρη. Επιπλέον, είμαι λίγο απ΄ όλα : Βόσνιος (λαϊκός μουσουλμάνος) από τον πατέρα μου, Βελιγραδιώτης, άρα Σέρβος, από την παιδική μου ηλικία, και Τσέχος από την μητέρα μου, από την οποία κληρονόμησα την εσωτερίκευση, την εγκράτεια. Μια αρκετά περίεργη μίξη που υπαγόρευσε την μάλλον συγκρατημένη στάση μου. Ηταν φυσικό ότι κάποια μέρα θα μιλούσα διαφορετικά. Δεν είμαι δημοσιογράφος, δεν είμαι φιλόσοφος, δεν είμαι ένας "διανοούμενος". Είμαι πάνω απ΄ όλα ένας συγγραφέας κόμικς, κινηματογραφικών έργων, εικονογραφημένων... Από εκεί λοιπόν έπρεπε να περάσει. Και ήρθε φυσικά, χωρίς να το προσχεδιάσω , την στιγμή που αισθάνθηκα ότι έπρεπε να συμβεί.
Κατά κάποιο τρόπο, ανακτάτε τη μνήμη...
Ο σκελετός, η σπονδυλική στήλη του άλμπουμ, είναι η μνήμη, με την βασική, τετριμμένη έννοια της λέξης : "θυμάμαι όταν ήμουν μικρός. I remember. θυμάμαι". Ολοι οι άνθρωποι πρόφεραν, προφέρουν και θα προφέρουν αυτήν την απόλυτα συνηθισμένη φράση - την οποία όμως ο Joe Brainard και στην συνέχεια ο Georges Perec αποκατέστησαν τόσο καλά. Βρισκόμαστε στην ατομική μνήμη.
Μέσα όμως στο σκηνικό της Γιουγκοσλαβίας, η ατομική μνήμη είναι επίσης συλλογική, παγκόσμια. Στο άλμπουμ, απέφυγα να απεικονίσω την έκρηξη της Γιουγκοσλαβίας. Μιλάω γι΄ αυτό μόνο μέσα από τις λέξεις. Είναι μια επιλογή. Οι λέξεις έχουν την δύναμη επίκλησης, έχουν ασύγκριτο, μοναδικό ρυθμό και μουσικότητα. Και μερικά πράγματα δεν πρέπει να τα δείχνουμε. Είναι θέμα αιδούς. Πιστεύω ότι θα ήταν χυδαίο και μάταιο να επιχειρήσω να παρουσιάσω, μέσα από τα σχέδιά μου την έκρηξη της Γιουγκοσλαβίας, τον πόλεμο και την βία. Αντιθέτως, οι λέξεις έχουν βαρύτητα, χρώμα και ρυθμό που κάθε αναγνώστης αντιλαμβάνεται με τον τρόπο του. Τα πράγματα γίνονται διαυγή, φωτεινά και ελεύθερα. Ενα σκίτσο μπορεί να είναι εξαιρετικά βίαιο. Προτίμησα λοιπόν, αυτό το μέρος, που αποτελεί εξάλλου και την καρδιά του άλμπουμ, να είναι γραπτό και να εξαρτάται από τις λέξεις. Αντιθέτως, το υπόλοιπο απεικονίζεται με γραφικά : Η ιστορία εξελίσσεται 30 χρόνια μετά τον πόλεμο. Λέξεις και σχέδια σχηματίζουν ξεχωριστά επίπεδα ανάγνωσης - δεν υπάρχουν πλεονασμοί. Εσκεμμένα παρουσιάζω το ένα σε σχέση με το άλλο, σαν ένα μοχλό. Τα θέματα παραμένουν τα ίδια : η βία, η έλλειψη κατανόησης, οι εθνικισμοί, οι μαφίες, ο ολοκληρωτισμός, ο σκοταδισμός... Πολύ βαθιά μέσα στην φρίκη για την οποία ο άνθρωπος είναι ικανός να προκαλέσει.
Eίπατε κάποτε ότι είχατε ξεχάσει τελείως κάποιες στιγμές της παιδικής σας ηλικίας. Ενα άλμπουμ, με κεντρικό θέμα τη μνήμη, μήπως είναι ένα είδος εξορκισμού ;
Η δουλειά μου σχετικά με τη μνήμη σ΄ αυτό το άλμπουμ βασίζεται σε μια έντονη, παράφρονη ιδέα : Ο Νάικ είναι ένα νεογέννητο δεκαοκτώ ημερών και παρ΄ όλα αυτά, θυμάται. Είναι τόσο παράλογο που όλα επιτρέπονται, όλα είναι δυνατά. Στην πραγματικότητα, ο Νάικ είναι ένας αυτόπτης μάρτυρας που ακούει και βλέπει γύρω του αυτά που συμβαίνουν σε καιρό πολέμου - σίγουρα όχι αυτά που εγώ είδα και άκουσα στην ηλικία του. Αναρωτήθηκα αμέσως αν μπορούσα, αν έπρεπε να παρουσιάσω αυτή την εικόνα : ένα μωρό στην κούνια, δύο βρέφη δίπλα του. Αν το έκανα, θα διέλυα τα πάντα, το οικοδόμημα θα κατέρρεε, θα αιωρούμουν στην πραγματικότητα. Κι αυτό δεν θα ήταν καθόλου λειτουργικό. Πόσο μάλλον που η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι ήδη πολύ επιτηδευμένη, η γλώσσα ενός ενηλίκου. Οι προσωπικές μου αναμνήσεις λοιπόν, δεν έχουν καμιά σχέση μ' αυτά που έζησα σαν παιδί - αναγκαστικά, δεν θυμάμαι τίποτα από την ηλικία των δεκαοκτώ ημερών. Δεν ήθελα εξάλλου να διηγηθώ την παιδική μου ηλικία. Δεν είναι αυτός ο σκοπός. Σκοπός μου είναι ν' αποκρυσταλλώσω σ΄ ένα πρόσωπο το σπαραγμό, την οδύνη που έζησα σαν ενήλικας. Μπήκα στο πετσί αυτού του παιδιού που θυμάται όλα όσα υποθέτω ότι έζησαν οι άνθρωποι στο Σεράγεβο, στα 1993. Είναι ένας... συνθετικός ρόλος.
Γιατί αυτός ο τίτλος, "Ο Υπνος του Τέρατος";
O ύπνος του τέρατος σημαίνει πολλά. Πρώτα απ' όλα, το τέρας που αγρυπνεί μέσα στον καθένα0 μας. Και δεν μπορώ να φανταστώ ότι δεν είναι τερατώδες και παραπλανητικό όταν κάποιος γίνεται δολοφόνος του διπλανού του μόνο και μόνο γιατί δεν ανήκουν στο ίδιο έθνος. Αν το ανάγουμε σε παγκόσμια κλίμακα, αυτό σημαίνει : "δεν σκέφτεστε όπως εγώ, γι' αυτό και θα σας σκοτώσω... Δεν ανέχομαι να σκέφτεστε... Δεν έχετε πλέον το δικαίωμα να δημιουργείτε, ούτε να είστε διαφορετικός... Η σκέψη είναι κακό πράγμα". Αν υποθέσουμε ότι φτάνουμε στα άκρα αυτού που βλέπουμε λίγο-πολύ παντού, της ανόδου των σεκταρισμών, της μαφίας, του απολυταρχισμού, έχουμε μοιραία έναν διπολικό κόσμο. Αυτό είναι περίπου το κεντρικό θέμα του άλμπουμ.: ξαφνικά, μια δικτατορία του πνεύματος μεταμορφώνεται σε τέρας απολυταρχισμού σε παγκόσμια κλίμακα, ενάντια στη σκέψη, τη γνώση, τη μνήμη...
Πιστεύετε πραγματικά ότι, όπως συμβαίνει στο άλμπουμ σας, οι σκοταδισμοί - μουσουλμανικοί, καθολικοί, κ.ο.κ. - θα μπορούσαν να ενωθούν γύρω από κάποια βασικά σημεία και να θυσιάσουν γι'αυτό το σκοπό τον ανταγωνισμό που τους χωρίζει ;
Αυτό συμβαίνει σήμερα. Στο Ισραήλ, υπάρχει ένας μανιακός με τη θρησκεία, ένας φανατικός εβραίος θρησκόληπτος που αισθάνεται πάρα πολύ κοντά στον Αγιατολάχ Χομεϊνί. Τα δύο άκρα ενώνονται. Το ίδιο και τα ενδιαφέροντά τους που δεν είναι αποκλειστικά ιδεολογικά : κάποιος οπαδός τους πρέπει να στηρίξει οικονομικά αυτά τα συστήματα. Τα κίνητρα αυτών των σκοταδιστών δεν είναι αποκλειστικά θρησκευτικά. Σκοπός τους είναι να μοιράσουν ξανά τον κόσμο. "Ο Υπνος του Τέρατος" βουτάει σ' αυτό το βούρκο. Ακόμα κι αν προσπαθώ παρ' όλα αυτά να το δω από την γελοία του πλευρά. Η γελοιοποίηση είναι πολύ σημαντική.
Παρ' όλα αυτά, υπάρχει λιγότερο χιούμορ στον "Υπνο του Τέρατος" απ'ότι στα προηγούμενα άλμπουμ, ιδίως στο "Ισημερινό Ψύχος". Το θέμα είναι πολύ σοβαρό για να επιτρέπει τη διασκέδαση...
Κι έγινα ξανά σκοτεινός, απελπισμένος και απαισιόδοξος (γέλια). Είναι αλήθεια, σκέφτομαι, ότι το θέμα είναι πολύ σοβαρό για να το αντιμετωπίσουμε με χιούμορ. Τα θέματα και κυρίως η μνήμη, είναι πάντα παρούσα ... Θίγω εξαιρετικά βίαια και σκληρά πράγματα. Παραδόξως, στις πιο βίαιες στιγμές εισβάλλει το χιούμορ, ένα χιούμορ όμως πολύ διαφορετικό, πολύ μαύρο. Αφοπλίζει τις λιγότερο υποφερτές καταστάσεις.
Στην "Πόλη των Αθανάτων" οι θρησκόληπτοι ήταν ιδιαίτερα γελοίοι. Εδώ, δεν προκαλούν καθόλου το γέλιο.
Yπάρχει ενα σημείο στο άλμπουμ, μαύρο, απ' όλες τις απόψεις, που προχωράει πέρα από τα θρησκευτικά προβλήματα. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με το απόλυτο κακό. Από την μια πλευρά βρίσκεται ο θρησκευτικός απολυταρχισμός, ο πιο ηλίθιος, τυφλός και βάρβαρος φονταμελισμός και από την άλλη πλευρά, η ανάμνηση της Shoah, των στρατοπέδων εθνικής εκκαθάρισης στην Γιουγκοσλαβία... Μπαίνουμε στη χώρα του ακατονόμαστου, της έσχατης φρίκης. Οταν θίγεις ένα τόσο σημαντικό θέμα, το οποίο πρέπει κιόλας να αναπαρασταθεί γραφικά, δεν έχεις βέβαια καμιά διάθεση να γελάσεις.
Και ο σωματικός πόνος ;
Ο σωματικός πόνος, η οδύνη είναι τερατόμορφα όντα. Μου προξενούν μεγάλο φόβο. Παρ' όλα αυτά, δεν διηγούμαι τίποτε άλλο. Οδύνη, σωματικός πόνος.... Προσπαθώ, κατά κάποιο τρόπο, να μεταθέσω αυτό τον πόνο. Οταν στην αρχή δείχνω το Νάικ με διαλυμένη μύτη κι ένα παχύ επίδεσμο, και στο τέλος τον ξαναβρίσκουμε πάλι στην ίδια κατάσταση είναι γιατί - πέρα από τους καθαρά λόγους πλοκής - προσπαθώ να απομακρύνω τον σωματικό πόνο, γελοιοποιώντας τον. Μέσα από την κάπως γελοία οδύνη του Νάικ, προσπαθώ να εξορκίσω όλους τους πόνους που δεν αναφέρονται, αλλά απλά εννοούνται, μέσα σ΄ αυτό το μαύρο τμήμα του άλμπουμ.
Την ώρα που σχεδίαζα αυτή τη σκηνή, σκεφτόμουν συνέχεια την μαύρη περίοδο του Γκόγια.Εκεί όμως, έχουμε να κάνουμε με τον προσωπικό του πόνο, το δικό του παραλήρημα, τη ζωή, το θάνατο, τα οράματά του... Είναι υπέροχο. Αγγίζουμε την ουσία του σωματικού πόνου. Δεν είναι υποχρεωτικά οφθαλμοφανής, αλλά αισθανόμαστε τα κορμιά που υποφέρουν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στα στρατόπεδα εθνικής εκκαθάρισης. Πόνος, χιούμορ, γελοιότητα... Ολα πρέπει να είναι στη σωστή δοσολογία.
Σε μερικά σημεία, υπάρχει μόνο κείμενο. Αυτό συμβαίνει πρώτη φορά.....
Οταν φαντάζεσαι ένα άλμπουμ πρέπει κάθε φορά να συσσωρεύεις ένα κράμα επιθυμιών, ιδεών, εικόνων. Ενα είδος Bing Bang. Υπάρχουν λοιπόν δύο λύσεις: είτε ακολουθείς μια καθορισμένη εκδοτική ή διανοητική γραμμή -τα χαρακτηριστικά πρέπει να σχεδιάζονται σύμφωνα με τον κανόνα, τα συννεφάκια να είναι στρογγυλά, το σχέδιο να είναι έτσι και όχι αλλιώς- είτε έχεις περισσότερη ελευθε- ρία, αυτή την μεγάλη πολυτέλεια την οποία ανέφερα νωρίτερα, που σου επιτρέπει να διαλέξεις, σε συμφωνία με τον εκδότη, λιγότερο καθιερωμένες τεχνικές. Σε ότι με αφορά και στην προκειμένη περίπτωση, ήταν αυτονόητο ότι θα έπρεπε να αρχίσω να ερευνώ τον τρόπο αφήγησης - δημιουργίας ταυτόχρονα με το θέμα το οποίο εισχωρούσε σιγά - σιγά μέσα μου. Κατάλαβα ξεκάθαρα ότι οι μέθοδοι που είχα χρησιμοποιήσει στο παρελθόν, ήταν πια ξεπερασμένες. Μου φάνηκε απαραίτητο -κι εδώ έπαιξε ρόλο η εμπειρία μου από το σινεμά- να χρησιμοποιήσω για κάθε σκίτσο, για κάθε σχέδιο, πιο ελεύθερες και πιο αυτόνομες μεθόδους. Οπως ακριβώς κατά την διάρκεια των γυρισμάτων μια ταινίας όπου συγκεντρώνουμε πρώτα τα πλάνα. Αυτή η προσπάθεια, ιδίως ο διαχωρισμός της εικόνας από το κείμενο, μου φάνηκε ότι ταίριαζε στο θέμα της μνήμης. Οι παραδοσιακές μέθοδοι των κόμικς, το συγκεκριμένο decoupage, τα καρέ, οι συγκεκριμένες σελίδες (planches) , όλα αυτά δημιουργούν στο τέλος κάποιους περιορισμούς. Χωρίζοντας το κείμενο από την εικόνα, παίζω μαζί τους, όπως ακριβώς ένας κινηματογραφιστής παίζει με την εικόνα και τον ήχο.
Στον "Υπνο του Τέρατος" κάθε εικόνα είναι σχεδιασμένη ξεχωριστά, επεξεργασμένη ξεχωριστά, κι έπειτα οι σελίδες (planches) είναι συγκεντρωμένες στον υπολογιστή κάτι που σας επιτρέπει να επεμβαίνετε πολύ εύκολα για να τα κοιτάξετε, να προσθέσετε ένα σχέδιο, να πάτε πίσω.... Αληθινό μοντάζ.
Οσον αφορά αυτό το θέμα, θα ήθελα τα πράγματα να είναι ξεκάθαρα. Είναι αλήθεια ότι χρησιμοποιώ τον υπολογιστή για να δουλέψω τις σελίδες, εξακολουθώ όμως να σχεδιάζω με το χέρι, τώρα μάλιστα περισσότερο από ποτέ άλλοτε. Υπό αυτές τις συνθήκες,υπάρχει πλήρης συνεργασία μεταξύ της δημιουργίας που επωφελείται της τεχνικής επανάστασης και της ιστορίας που θέλω να διηγηθώ. Κι αυτό επίσης είναι ελευθερία. Να μπορείς να πεις : "Αυτή είναι η μέθοδος που μου ταιριάζει". Εξάλλου, αυτό με τονώνει. Ανακαλύπτω μια νέα τεχνική, παίρνω ρίσκα και αυτό είναι πολύ διεγερτικό.
"Ο Υπνος του Τέρατος" είναι ένας ύμνος στον αισθησιασμό, στο ζευγάρι. Η μάλλον, στα ζευγάρια : η Λέυλα και ο Φιντς, ο Νάικ και η Πάμελα, η Σάσα και ο Αμίρ. Κι αυτό επίσης είναι μια καινοτομία...
Ο έρωτας είναι το μόνο πράγμα που είναι δύσκολο να κατακτήσει κανείς. Ακόμη κι αν γνωρίζουμε ότι ο έρωτας σήμερα είναι ένα προϊόν που πωλείται και κατασκευάζεται. Ο έρωτας, ο αληθινός έρωτας, η επικοινωνία δύο ανθρώπων είναι η μόνη αληθινή ουτοπία. Ταυτόχρονα, είναι ένα αγκυροβόλιο της διήγησης. Θα μου φαινόταν παράλογο να μην αναφέρω αυτή την διάσταση, την ας πούμε... ρεαλιστική, στην δουλειά μου. Βρισκόμαστε στον απόλυτο ρεαλισμό : δύο πρόσωπα που είναι μαζί, χωρίς αντικειμενική αιτία, είναι κάτι που συμβαίνει κάθε μέρα. Ο έρωτας μας οδηγεί σε κάτι γνώριμο, δεν υπάρχει υπολογισμός αλλά ανάγκη, το αντίθετο μιας ουτοπίας. Αν όλα τα πρόσωπα είναι καθαρά φανταστικά, ακόμα και μέσα σε ένα πλαίσιο πολιτικής φαντασίας, χάνουμε έδαφος. Κι εγώ ο ίδιος έχω, κατά κάποιο τρόπο, ανάγκη γι΄ ανθρωπιά. Κι έπειτα είναι γοητευτικό να φαντάζεσαι ανθρώπινα όντα που διαθέτουν αληθινή ζεστασιά.
Με τον Pierre Christin είπατε κάποτε ότι είναι πιο εύκολο να πεις "σ' αγαπώ" στο σινεμά απ' ότι στα κόμικς. Στον "Υπνο του Τέρατος", οι ήρωες δεν διστάζουν να δηλώσουν την φλόγα τους.
Ηταν για να παραμυθιάσω τον εαυτό μου, να πω : "μπορώ να το κάνω, θα πετύχει" (γέλια).
Στα άλμπουμ σας κάνει πάντα πολύ κρύο ή πολύ ζέστη. "Ο Υπνος του Τέρατος" δεν αποτελεί εξαίρεση. Δεν σας αρέσει η άνοιξη, το φθινόπωρο ;
Είναι αλήθεια. Μόνο σε μερικούς τίτλους, "Ισημερινό Ψύχος"... Παρ' όλα αυτά, δεν το επιδιώκω. Μου αρέσουν τα χρώματα της άνοιξης και του φθινοπώρου, είναι μια υπέροχη πλευρά της φύσης.
Ομως, είμαι ανίκανος, ή μάλλον δεν έχω καμιά επιθυμία να μεταφέρω αυτή την ομορφιά. Οταν χρησιμοποιώ ώχρα, κάπως ζεστά χρώματα, που έχουν μια δόση νοσταλγίας, δεν αναγνωρίζω την δουλειά μου. Είναι αρκετά περίεργο. Προτιμώ τις αντιθέσεις, όμως το τέλος του Υπνου του Τέρατος ίσως με διαψεύσει. Πόσο μάλλον που γεννήθηκα σε μία περιοχή, στο Βελιγράδι, η οποία έχει ηπειρωτικό κλίμα. Οι χειμώνες ήταν εξαιρετικά κρύοι, τραχείς, χιονισμένοι, τα καλοκαίρια τρομερά ζεστά. Στο Παρίσι δεν χιονίζει ποτέ. Είναι απογοητευτικό. Τα πάντα είναι χλιαρά, μεσαία.
Το έχετε πει πολλές φορές : αρνείστε να κάνετε σειρές. Ομως, "Ο Υπνος του Τέρατος" είναι το πρώτο τεύχος μιας τριλογίας - πράγμα που μας κάνει να σκεφτούμε την προηγούμενη δουλειά σας, τα τρία άλμπουμ της τριλογίας Nikopol. Τριλογία, σειρά, πού είναι η διαφορά ;
Η σειρά είναι μια ορισμένη ιδέα των κόμικς, αρκετά εξαπλωμένη - και την οποία, άλλωστε, δεν κατακρίνω. Ομως, ακόμη και σήμερα, όταν λέω ότι κάνω κόμικς, μου απαντούν συχνά : "Α ναι, και ποιον ήρωα σχεδιάζετε ;". Ε λοιπόν, όχι. Δεν σχεδιάζω χαρακτήρες : κάνω αυτόνομα βιβλία. Είναι αλήθεια ότι δεν επιθυμώ να συνεχίσω για δέκα, είκοσι άλμπουμ τον ίδιο χαρακτήρα. Είναι επιλογή, μια επιθυμία να μην δέσω τα χέρια μου. Αν ξεκινώ τώρα μια τριλογία, είναι γιατί ξέρω ότι με ένα άλμπουμ μόνο δεν θα κατόρθωνα να φτάσω ως το τέλος του σχεδίου μου. Δένομαι με χαρακτήρες -όπως στο Nikopol- και αυτό μου δίνει τρεις τόμους. Θέμα ευκαμψίας : σε τρία άλμπουμ μπορώ να προσθέσω χαρακτήρες που δεν είχα προβλέψει, αλλά κυρίως μπορώ ν' αφήσω να επέμβει στην εξέλιξη της ιστορίας η προσωπική μου εξέλιξη ή αυτή του κόσμου που με περιβάλλει. Αυτό μπορεί να μου πάρει δώδεκα χρόνια, όπως με το Nikopol. Στην παρούσα περίπτωση, είμαι πεπεισμένος ότι θα είναι πολύ πιο σύντομο.
Σας κατηγορούν μερικές φορές ότι μιλάτε -ή ότι μιλήσατε- κάπως περιφρονητικά για τα κόμικς, σαν να τα θεωρείτε λιγότερο "ευγενή" τέχνη απ' ότι το σινεμά, για παράδειγμα.
Αντιθέτως. Πήρα πολλές φορές εντολή από το κινηματογραφικό περιβάλλον να επιστρέψω στους μικρούς μου Μίκυ, στα κινούμενα σχέδια, αυτή την "περιφρονητέα" τέχνη.... Ενώ, συμβαίνει το αντίθετο: Με την βιομηχανοποίηση, το σινεμά γίνεται πιο φτωχό, καθώς προτείνει προκατασκευασμένα προϊόντα. Σε σύγκριση με τον κινηματογράφο, τα κόμικς διατηρούν, ως ένα βαθμό, την ελευθερία και την δημιουργικότητά τους. Το σινεμά μου έδωσε ευχάριστες στιγμές που δεν μπορούσα να βρω στα κόμικς : οι ανθρώπινες σχέσεις, η συλλογική εμπειρία... Από την άλλη πλευρά όμως, τα κόμικς είναι ένα καταπληκτικό πεδίο ελευθερίας. Δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό θα έπρεπε να μειώνει την τέχνη των κόμικς. Εξάλλου, δεν κάνω σινεμά περισσότερο απ' ότι ασχολούμαι με τα κόμικς -κάτι τέτοιο θα γενίκευε και θα περιόριζε την δημιουργία μου. Οχι, είμαι σκηνοθέτης δύο ταινιών, που είναι οι ταινίες ΜΟΥ - δεν είμαι σκηνοθέτης του σινεμά. Είμαι συγγραφέας των βιβλίων ΜΟΥ -δεν είμαι συγγραφέας κόμικς. Ολα αυτά βρίσκονται γερά ριζωμένα στη σκέψη μου. Kαι τα σκηνικά που έκανα για τον Angelin Preljocaj πηγάζουν από αυτή την προσπάθεια. Για να το πούμε κι αλλιώς, δεν είμαι ένας πολυσύνθετος δημιουργός : είμαι ένας δημιουργός που χρησιμοποιεί διάφορα εργαλεία προκειμένου να πετύχει το ίδιο πράγμα.
Για ποιο λόγο αυτή η βουλιμία, αυτή η επιθυμία να δουλεύετε σε τόσο διαφορετικούς τομείς;
Δεν είναι βουλιμία. Δεν συσσωρεύω πράγματα. Κάνω τα πάντα με ηρεμία, τα επιλέγω.Είναι μια περιέργεια, μια επιθυμία. Ισως, -και δεν υπάρχει άλλη εξήγηση γι' αυτό- το γεγονός ότι εγκατέλειψα αιφνιδίως την χώρα μου, να μ' έκοψε από κάποιες ρίζες, από μερικά καθιερωμένα πράγματα... Ισως να μην αντέχω την καθιερωμένη εικόνα ενός συγγραφέα κόμικς, τελεία και παύλα.
Συνάντησα ανθρώπους στο σινεμά, στο χώρο του θεάτρου και του χορού, που δεν θα είχα συναντήσει ποτέ αν είχα αφιερωθεί αποκλειστικά στο σχέδιο. Τα κόμικς είναι μια καθαρά προσωπική δουλειά. Στο χώρο αυτό, εξελίσσεται κανείς μόνος του. Επιπλέον, δεν θα άντεχα να εργάζομαι σ' ένα ατελιέ, όπως κάνουν συχνά οι νέοι σχεδιαστές οι οποίοι εξαντλούν εκεί μέσα όλα τα αποθέματα ενέργειας. Με μένα, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο : κάνω μια μοναχική δουλειά και έτσι το αντιλαμβάνομαι. Κι όταν βγαίνω, βρίσκω πιο ενδιαφέρον να συναντήσω έναν χορογράφο, ή μια κινηματογραφική ομάδα, ή ηθοποιούς, από το να συναντήσω συναδέλφους. Για να συναντήσω τους σχεδιαστές φίλους μου δεν χρειάζεται ειδικός χώρος. Μπορώ κάλλιστα να τους δω και κάτω από άλλες συνθήκες.
Πώς συμφιλιώνετε αυτές τις δύο ασυμβίβαστες καταστάσεις : την απαραίτητη μοναξιά του σχεδιαστή με την υποχρεωτική "κοινωνικότητα" του σκηνοθέτη ;
Οταν κάνω σινεμά, ξαναγίνομαι κοινωνικό ον. Παίζω το παιχνίδι. Οταν κάνω ένα φιλμ, είμαι βασικά μόνος μου. Ακόμα κι αν έχω την τύχη να συνεργάζομαι με τεχνικούς, με καταπληκτικούς ηθοποιούς, με τους οποίους δημιουργήσαμε μια ομάδα, σχεδόν μια οικογένεια, και επιθυμούμε όλοι να συνεχίσουμε τη συνεργασία μας. Το σινεμά είναι μια βιομηχανία, όπου ασκούνται έντονες πιέσεις, όπου τα πάντα είναι άκαμπτα...
Οταν δουλεύω τον "Υπνο του Τέρατος", θέλω να προσθέσω μια σελίδα, την προσθέτω. Θέλω να τροποποιήσω το κείμενο, το τροποποιώ. Θέλω ν΄ αντικαταστήσω μια εικόνα που δεν χρειάζεται πια, την αντικαθιστώ. Στο σινεμά, αυτό είναι αδύνατο. Εκτός κι αν είσαι ένας αναγνωρισμένος σκηνοθέτης όπως ο Emir Kusturica. Αυτός έχει άφθονο χρόνο στη διάθεσή του. Δεν έχει έμπνευση να δουλέψει μια μέρα, δεν δουλεύει. Εγώ διατηρώ ένα είδος ταπεινοφροσύνης -ίσως να φταίει η μοναχική μου πλευρά- που με κάνει να σέβομαι τις προθεσμίες, να προσπαθώ να ολοκληρώσω τα γυρίσματα σε εννέα εβδομάδες. Αναρωτιέμαι μήπως θα έπρεπε να είμαι λίγο πιο απαιτητικός (χαμόγελο)... Εκεί, εντοπίζεται μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο σινεμά και τα κόμικς : ένας σχεδιαστής είναι υποχρεωτικά ταπεινός. Τα κόμικς είναι μια τόσο μοναχική δουλειά. Το σινεμά χρειάζεται μαχητές. Ακόμα κι όταν παρακολούθησα το είδωλό μου, τον Alain Resnais, να δουλεύει το έργο "Η ζωή είναι ένα μυθιστόρημα", είπα μέσα μου : "μπορεί λοιπόν κανείς να κάνει σινεμά και να διατηρεί την αυτοκυριαρχία του και την ηρεμία του".
Ο αναγνώστης του Enki Bilal είναι ο ίδιος με τον θεατή του Enki Bilal ;
Οχι, κι εκεί υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο σινεμά και τα κόμικς. Ο θεατής παρακολουθεί παθητικά την ταινία, ενώ ο αναγνώστης είναι απόλυτος κύριος του αναγνώσματος. Πράγμα που, ανάμεσα σε εισαγωγικά, προκαλεί ακόμα περισσότερο αυτούς που θεωρούν το σινεμά ως μια από τις Καλές Τέχνες ενώ υποτιμούν τα κόμικς. Δεν λέμε συχνά για ένα κακό φιλμ ότι μοιάζει με κόμικς; Δολοφόνος, όχι ! Υπάρχουν βλακώδη κόμικς. Υπάρχουν βλακώδεις ταινίες. Υπάρχουν βλακώδη μυθιστορήματα. Είμαι όμως πεπεισμένος -κι ας μου αποδείξει κάποιος το αντίθετο - ότι τα κόμικς διεγείρουν περισσότερο την φαντασία, ότι το υλικό δυναμικό τους είναι μεγαλύτερο από αυτό του σινεμά. Μια ταινία είναι ένα ταξίδι διάρκειας μιάμισης ώρας, επιβεβλημένο από τον σκηνοθέτη και , όλο και περισσότερο, κατασκευασμένο με προδιαγραφές προϊόντος. Τα κόμικς δεν αποτελούν εξαίρεση, εξάλλου αυτός είναι ο νόμος της αγοράς. Ομως με τα κόμικς μπορούμε να γυρίσουμε πίσω, να κοιτάξουμε όση ώρα θέλουμε ένα καρέ. Είμαστε κύριοι του χρόνου, του ρυθμού, κύριοι της σχέσης μας με το βιβλίο. ... Προσοχή : Το σινεμά είναι ένα είδος έκφρασης που λατρεύω. Είμαι μεγάλος καταναλωτής ταινιών, όμως πιστεύω ότι τα κόμικς χρειάζονται μια επανεκτίμηση. Υπάρχει μια φανερή ανισότητα.
Εξηγήσατε πολύ καλά τι προσέφερε το σινεμά στη δουλειά σας ως σχεδιαστή. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στην "Γυναίκα Παγίδα", κι ακόμη περισσότερο στο "Ισημερινό Ψύχος", που τελειώσατε μετά το πρώτο σας φιλμ, το "Bunker Palace Hotel". Αν το δούμε τώρα από την άλλη πλευρά, τι αποφέρουν τα κόμικς στην σκηνοθετική σας δουλειά ;
Είναι περίπλοκο. Καλώς ή κακώς, το σινεμά έχει οικοδομηθεί πάνω στα δικά του σημεία αναφοράς, την δική του ιστορία, τις επιτυχίες του -και δεν είναι και λίγες ! Είναι ένας κόσμος που γυρνάει γύρω-γύρω, μ΄ένα συγκεκριμένο τρόπο που δεν υπάρχει καμιά επιθυμία ν' αλλάξει.
Εκτός βέβαια από κάποιες εξαιρέσεις : όταν ο Lars von Trier κάνει το "Δαμάζοντας τα κύματα" ή "Το Νοσοκομείο" για την τηλεόραση, βρίσκεται σε συνεχή κίνηση. Μ΄αρέσει το σινεμά που κάνει, μ΄ αρέσουν αυτού του είδους οι προσπάθειες. Το σινεμά χρησιμοποιεί τα κόμικς μόνο και μόνο για να τα διαστρεβλώσει, και να κάνει από αυτά μια ταινία. Πάρτε για παράδειγμα τον Tim Burton. Σκάβει στα κινούμενα σχέδια, στα κόμικς και κάνει μια ταινία που αποτελεί ευγενές δημιούργημα γιατί είναι ήδη γνωστό. Αυτό που έκανα εγώ ήταν τελείως διαφορετικό. Το "Tykho Moon" είναι η συσσώρευση των συγγραφικών μου εμπειριών ως σχεδιαστής και παρ΄ όλα αυτά δεν έχει τίποτα να κάνει με τα κόμικς. Είναι απόλυτα σίγουρα ότι το "Tykho Moon" έχει μικρότερη σχέση με το σχέδιο απ' ότι τα έργα του Tim Burton. Απλούστατα, δεν αντιστοιχεί στις συνηθισμένες καλλιτεχνικές αναφορές - ούτε σ΄ αυτές του σινεμά, ούτε σ΄ αυτές των κόμικς. Νομίζω ότι είναι ενδιαφέρον να κάνεις εξειδικευμένα φιλμ φαντασίας, με κώδικες διαφορετικούς από αυτούς του σινεμά. Κατά κάποιο τρόπο, η ταινία μου πλησιάζει περισσότερο το θέατρο. Δεν συμμορφώνομαι με τους τύπους. Ομως, στον κόσμο του σινεμά τα κόμικς δεν είναι καλό σημείο αναφοράς. Οχι αρκετά ευγενές.
Εργαστήκατε επίσης με ανθρώπους του θεάτρου, με χορογράφους. Γιατί ;
Γιατί ζήτησαν την βοήθειά μου (γέλια)... Είναι καταπληκτικό να παρακολουθείς μια πρόβα χορευτών, τον τρόπο που χρησιμοποιούν το σώμα τους, ένα υπέροχο όργανο, την προετοιμασία, αυτή την συλλογική δουλειά... Είναι σαγηνευτικό. Για έναν σχεδιαστή είναι πολύ διεγερτικό από γραφική άποψη να βλέπει τα γυναικεία και αντρικά σώματα. Μου δημιούργησε ακόμα μεγαλύτερη επιθυμία να σχεδιάσω πρόσωπα. Γεφύρωση του κενού ανάμεσα στα διάφορα είδη, αυτό έπρεπε να είναι ο εικοστός πρώτος αιώνας. Αυτό ακριβώς που ο Jacques Attali ονόμαζε νομαδισμό : αυτός o όρος τα λέει όλα. Πνευματική μετακίνηση, γεωγραφική μετακίνηση, μετακίνηση μέσα στο Internet. Οι ακίνητοι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι σε εξαφάνιση. Είμαι κινούμενος με τον δικό μου τρόπο, όμως αντιλαμβάνομαι ότι αυτό ενοχλεί. Δεν βολεύει, θολώνει την εικόνα, την δική μου και γενικά, αυτή του κόσμου. Βρισκόμαστε σε περίοδο αλλαγών και ανήκω χωρίς αμφιβολία σ΄ αυτούς που έχουν την πρωτιά. Και μ΄ αρέσει αυτό.

Συνέντευξη:
"Les Humanoides Associes"
ΙΟΥΛΙΟΣ 1998



"Η ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΛΙΟΝΤΑΡΙΟΥ"

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να πεθάνει ένας στρατιώτης, αλλά ένας μαχητής έχει την πολυτέλεια να διαλέξει αυτός τον τρόπο που θα πεθάνει.
Ο στρατηγός Sherman μετά την εκστρατεία του στην Atlanta, τον Μάιο του 1864 και την μεγαλειώδη προέλασή του προς τη θάλασσα τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, κατέληξε στην Shavannah αφού πρώτα κατατρόπωσε τον μεγάλο του αντίπαλο, στρατηγό Hood, διοικητή του στρατού των Νοτίων στο Nashville. Ο στρατηγός John. B. Hood ο οποίος κατά την διάρκεια του εμφυλίου είχε χάσει το ένα του πόδι και είχε αποκτήσει μια σοβαρή αναπηρία στο ένα του χέρι συνάντησε την καταστροφή στο Franklin και στο Nashville από τον εκκεντρικό και ανελέητο στο πεδίο της μάχης William T. Sherman, το δεξί χέρι του στρατηγού Grant.
O υπολοχαγός Mακ Κόυ της 17ης Ιλης Ιππικού βρίσκεται υπό τις διαταγές του Hood. Αναλαμβάνει αποστολές που σαν μονόδρομος πρέπει να ακολουθηθούν προκειμένου τα υπολείμματα του ηττημένου στρατού των Νοτίων, μπορέσουν να βρεθούν σε πιο φιλικά εδάφη χωρίς εχθρούς, χωρίς Γιάνκηδες. Αποστολές που συχνά αποτελούν τις αφορμές για να χαρακτηριστεί αυτός ο τύπος, ο Μακ Κόυ, αληθινό λιοντάρι, άντρας δηλαδή που κατέχει κάτι από την ήρεμη διάθεση του λιονταριού. Αυτή την διάθεση που την χαρακτηρίζει η πονηριά, η εξυπνάδα, η ευκινησία, η αποφασιστικότητα, η δύναμη και το θάρρος.
Συνηθίζεται όμως στην κοινωνία των ανθρώπων, κάποιος που συμπεριφέρεται έτσι να αποκαλείται μαχητής. Στην ανθρώπινη κοινωνία αποκαλείται μαχητής αυτός που αναλώνει τη ζωή του παλεύοντας για την επίτευξη κάποιου σκοπού σε οποιοδήποτε τομέα της ζωής, ακόμα και όταν αυτή η πάλη, εκδηλώνεται μέσα στα τραγικά πλαίσια ενός εμφυλίου πολέμου. Η πραγματική υπόσταση της ιστορίας του ανθρώπου είναι μια συνεχή πάλη με το παρόν με σκοπό ένα καλύτερο μέλλον και η ειδοποιός διαφορά που ξεχωρίζει τον αγωνιστή από τον μη μαχητή, είναι το γεγονός ότι ο μαχητής εμπνέεται, υποκινείται και αναπνέει έχοντας προσηλωμένη τη σκέψη του στην πραγμάτωση των ιδανικών του, ανεξάρτητα από το αν αυτά είναι καλά ή κακά, υψηλά ή χαμηλά, δίκαια ή άδικα, μη πραγματοποιήσιμα ή εφικτά. Παλεύει για να φτιάξει ένα μέλλον ξέροντας ότι σ' αυτό το μέλλον, πιθανότατα, αυτός μπορεί να είναι παρελθόν.
Είναι ο Μακ Κόυ μαχητής; Είναι ένας σκληρά αποφασιστικός, τολμηρά γενναίος, πανούργα καχύποπτος και έξυπνα γρήγορος μαχητής; Είναι απ' αυτούς που γίνονται ή γεννιούνται μαχητές; Ποια από τα χαρακτηριστικά του είναι επίκτητα και ποια έμφυτα; Eίναι ο Μακ Κόυ ένας "φιλοσοφημένος" μαχητής; Είναι ένας μαχητής ο οποίος αντιμετωπίζει, πρώτα απ' όλα, τον ίδιο του τον εαυτό μένοντας ταυτόχρονα συνεπής μ' αυτόν; Και αν ναι, υπάρχουν μαχητές που φέρονται διαφορετικά; Υπουλοι μαχητές, ανόητοι μαχητές, αναξιοπρεπείς μαχητές; Ανήκει σ' αυτούς τους μαχητές, που ενώ μπορεί να λατρεύουν τη ζωή απολαμβάνοντας ακόμα και τις πιο μικρές χαρές της, όπως μπορεί να είναι το δυνατό ποτό και η καλή παρέα, ταυτόχρονα να έχουν εξοικειωθεί τόσο πολύ με την ιδέα του θανάτου; Και κυρίως πως μπορεί να πεθάνει ένας μαχητής σαν τον Μακ Κόυ εφόσον ξέρει πολύ καλά, ως αποτέλεσμα της συνειδητής επιλογής του, ότι πολλές φορές θα δημιουργηθούν από τις ίδιες του τις πράξεις οι συνθήκες που θα τον φέρουν πολύ κοντά στον θάνατο;
Διαβάζοντας την πρώτη ιστορία του Μακ Κόυ, μπορεί να μην αντλούμε αρκετά στοιχεία που θα μας βοηθήσουν να σκιαγραφήσουμε το πορτραίτο του μαχητή - ήρωα απαντώντας στα ερωτήματα που τέθηκαν παραπάνω. Στο μόνο ερώτημα που μπορούμε με σιγουριά να απαντήσουμε, διαβάζοντας το πρώτο άλμπουμ, είναι στο τελευταίο δηλαδή στο πως πεθαίνει ένας μαχητής. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να πεθάνει ένας αναγκαστικά στρατιώτης, αλλά ένας εθελοντικά μαχητής έχει την πολυτέλεια να διαλέγει αυτός τον τρόπο που θα πεθάνει. Ακόμα και την ύστατη στιγμή, η σκέψη του μαχητή Μακ Κόυ είναι προσηλωμένη στην ολοκλήρωση του σκοπού για τον οποίο μάχεται, σε τέτοιο βαθμό που ακόμα και αυτή, η θέληση για επιβίωση μετατρέπετε σε ελπίδα που κάποτε, την στιγμή του τέλους, θα αποδειχθεί μια μάταιη προσδοκία. "Κάψτε με ζωντανό" βρυχάται ο Μακ Κόυ και κανείς απ' τους αντιπάλους του δεν τολμά να μην του κάνει το χατήρι, υποτάσσοντας ασυνείδητα τους άμοιρους εαυτούς τους στην τεράστια δύναμή του. Και τι θα μπορούσαν να κάνουν άλλωστε, όταν μπροστά σ' αυτή τη δύναμη, ακόμα και αυτό, το αρχέγονο - και άρα πανίσχυρο - ένστικτο της αυτοσυντήρησης, φαντάζει τόσο ανθρώπινα αδύναμο.
MiΜπ

Hosted by Iris Media  

Copyright 1998 ΜΑΜΟΥΘ COMIX
Σχεδίαση site ΜΑΜΟΥΘ COMIX